διαγλύφω

δια-γλύφω [pron. full] [ῠ],
A scoop out, [tense] pf. [voice] Pass. διέγλυπται Androsth. ap. Ath.3.93b; carve, engrave,

ἄγαλμα Ael.VH2.33

; δακτυλίους ib.12.30:—[voice] Pass., διαγλυφέντες καὶ διατορευθέντες, metaph. of athletes, ib.14.7;

ὀροφὴ φάτναις διαγεγλυμμένη D.S.1.66

.
2 Medic., shape, trim, Gal.12.348, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαγλύφω — (Α διαγλύφω) κοιλαίνω, λαξεύω με τη γλυφίδα κάποια στερεά ύλη αρχ. εγχαράσσω, σκαλίζω εντελώς, σε τρεις διαστάσεις 2. ιατρ. διευθετώ, διαπλάσσω …   Dictionary of Greek

  • διαγεγλυμμένα — διαγλύφω scoop out perf part mp neut nom/voc/acc pl διαγεγλυμμένᾱ , διαγλύφω scoop out perf part mp fem nom/voc/acc dual διαγεγλυμμένᾱ , διαγλύφω scoop out perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγεγλυμμένον — διαγλύφω scoop out perf part mp masc acc sg διαγλύφω scoop out perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγεγλυμμένων — διαγλύφω scoop out perf part mp fem gen pl διαγλύφω scoop out perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγλύφει — διαγλύφω scoop out pres ind mp 2nd sg διαγλύφω scoop out pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγλύφοντι — διαγλύφω scoop out pres part act masc/neut dat sg διαγλύφω scoop out pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγλύφουσι — διαγλύφω scoop out pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαγλύφω scoop out pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγλύφουσιν — διαγλύφω scoop out pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαγλύφω scoop out pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγλύψαι — διαγλύφω scoop out aor inf act διαγλύψαῑ , διαγλύφω scoop out aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγλύψεις — διαγλύφω scoop out aor subj act 2nd sg (epic) διαγλύφω scoop out fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέγλυφον — διαγλύφω scoop out imperf ind act 3rd pl διαγλύφω scoop out imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.